Μια φορά κι  ένα καιρό, τα χρόνια εκείνα τα παλιά, ήταν ένας δρόμος. Μεγάλος. Και όμορφος. Γι’ αυτό δεν ήταν έρημος. Αλλά, ήταν μόνος. Πάνω στην ομορφιά του συμμαζεύτηκε η ζωή όλης της μικρής πόλης που τον καμάρωνε: μαγαζιά, εστιατόρια, αυτοκίνητα και κόσμος. Και τι δεν είχε! Τα πάντα. Όμως εκείνος, ένιωθε λυπημένος και εξαντλημένος από τον θόρυβο της ζωής που τον συντρόφευε. Ξέρετε, οι δρόμοι, δεν όλοι ίδιοι. Οι πιο πολλοί δεν ρωτήθηκαν ποτέ για την τύχη τους αλλά ούτε και για το αν θα ήθελαν να ντύνονται με την μοίρα αυτών που τους περιδιαβαίνουν καθημερινά… Ο δρόμος μας, λοιπόν, το μόνο που αναζητούσε ήταν κάποιον να του χαμογελά –χαμόγελο: έκφραση του προσώπου, χωρίς θόρυβο!!! Χρειάζεται συναίσθημα, βεβαίως, για να το πετύχουμε αυτό… Ώσπου ένα χειμωνιάτικο πρωϊνό, από εκείνα, που ο ήλιος κάνει τα καπρίτσια του και μπερδεύεται με τους παγωμένους ανέμους, έτσι που να μην ξέρεις καλά-καλά αν κρυώνεις ή αν ζεσταίνεσαι στο καταχείμωνο,  έφτασε σε μια άκρη του δρόμου μας ο Γι. Γαντζωμένος πάνω στα δάχτυλα του πατέρα του σαν τις μικρές δροσοσταλιές που κλέβουν τα φυλλαράκια των δέντρων από το πρώτο χασμουρητό της αυγής, στάθηκε καταμεσής και κοιτούσε. Πότε δεξιά….πότε αριστερά…. «Πω, πω, μεγάλος δρόμος», σκέφτηκε! Ο πατέρας του Γι, ήταν βιοπαλαιστής. Άνθρωπος αξιοπρεπής και δουλευταράς. Έφτασαν στην άκρη του δρόμου με ένα όνειρο: να ζήσουν. Και για να γίνει αυτό, έπρεπε να ξεκινήσουν μια δουλειά. Ήταν όμως και ρομαντικός ο πατέρας του Γι. Και καλόκαρδος και κυρίως, σοφός. Ήξερε πως οι βιτρίνες γυαλίζουν πάντα για να κρύψουν το θαμπό συναίσθημα της μοναξιάς. Έτσι, υποσχέθηκε στον εαυτό του και τον μικρό Γι, να κάνουν τον δρόμο να χαμογελάει και να πάψει να είναι κατσούφης και μόνος. Γι αυτό, αντί για περίτεχνες και γυαλιστερές βιτρίνες, αποφάσισε να χτίσει μια …ΦΩΛΙΑ! Και να την γεμίσει με καλούδια για μικρούς και μεγάλους. Τα κατάφεραν. Και ο δρόμος μας xρόνια τώρα, είναι πάντα γελαστός και χαρούμενος. Σαν να έχει γιορτή. Όχι μόνο γιατί καμαρώνει για την μία και μοναδική ΦΩΛΙΑ που τον ζεσταίνει με την αγάπη της, αλλά, κυρίως, γιατί αυτή η ΦΩΛΙΑ, του έδωσε την ευκαιρία να φιλοξενεί καθημερινά `εκατοντάδες παιδικές φωνούλες που μόνο τα παιδικά στόματα μπορούν να αρθρώνουν σε μουσικές, μυρωδιές που μόνο τα παιδικά όνειρα μπορούν να μεταμορφώνουν σε ζωή, χρώματα μαγικά σαν αυτά που κρύβονται στα χαμόγελα των παιδιών και ταξίδια… ταξίδια από εκείνα τα μαγεμένα που μόνο στα παιδικά μάτια έχουν αρχή και προορισμό. Τι άλλο, αλήθεια, μπορεί κανείς να επιθυμήσει περισσότερο από μια ΦΩΛΙΑ γεμάτη αγάπη? Όπου θα ζούμε εμείς καλά …κι εσείς καλλίτερα!

Αυτό το παραμύθι μοιάζει να είναι η έμπνευση του ηπειρώτη βιοπαλαιστή Χριστόφορου Παπαχρήστου όταν ίδρυε πρίν από 60 χρόνια ένα μαγαζάκι στη Νεα Ερυθραία, τη ΦΩΛΙΑ.  Ξεκίνησε με ψιλικά και ζαχαρώδη προϊόντα και εξελίχθηκε το 1975 σε βιβλιοχαρτοπωλείο και η Ελ. Βενιζέλου 62 στη Ν. Ερυθραία γίνεται ο ζεστός και φιλόξενος χώρος που στεγάζει κάθε τι που αφορά στο βιβλίο, την τέχνη και τη δημιουργικότητα.

Στα χρόνια λειτουργίας της, η ΦΩΛΙΑ τιμα το όνομα της με το ζεστό χαμόγελο των στελεχών και των συνεργατών της, αλλά και τον επαγγελματισμό στην εξυπηρέτηση των πελατών της και προσφέρει, εκτός από τα προϊόντα της, συναισθήματα εμπιστοσύνης, αγάπης, θαλπωρής και φιλοξενίας.

Και τώρα, η ΦΩΛΙΑ, με νέα μορφή και με στόχο την εξασφάλιση της ίδιας φυσιογνωμίας του ιδρυτή και των συνεχιστών του, εγκαθίσταται στο νέο της καινοτόμο χώρο, στην Ελ. Βενιζέλου 63, σχεδόν απέναντι από την «στέγη όπου γεννήθηκε». Εκεί περιμένει τους φίλους της, για να τους ανταποδώσει την αγάπη και την αφοσίωση που αυτοί της πρόσφεραν απλόχερα, όλα αυτά τα χρόνια.

ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΣ 2014